βαρύνω

βαρύνω
+ V 5-18-9-5-12=49 Ex 5,9; 8,11.28; 9,7.34
A: to make heavy [τι] 1 Kgs 12,4; to harden [τι] Ex 8,28
P: to be heavy 1 Sm 5,3; to be made heavy Ex 5,9; to be hardened, to be made stubborn Ex 8,11; to prevail against [ἐπί τινα] Jos 19,48; to be heavy with sleep (of eyes, metaph.) 1 Sm 3,2
ὁ πόλεμος ἐβαρύνθη the battle was heavy (semit.?) JgsA 20,34
*Jb 35,16 βαρύνει he makes weighty (of words)-יכביד for MT יכביר he multiplies (of words)
see βαρέω
Cf. KILPATRICK 1979=1990 243; LE BOULLUEC 1989, 38; WEVERS 1990 99.123
(→καταβαρύνω,,)

Lust (λαγνεία). 2014.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Look at other dictionaries:

  • βαρύνω — βαρύνω, βάρυνα βλ. πίν. 48 Σημειώσεις: βαρύνω : η σημασία του, σε σχέση με το βαραίνω, έχει περιοριστεί κυρίως στο → έχω βαρύτητα, σπουδαιότητα, ενώ συνηθισμένη είναι η χρησιμοποίηση του ρήματος με την έννοια → αποτελώ στοιχείο εις βάρος κάποιου… …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • βαρυνῶ — βαρύνω weigh down fut ind act 1st sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαρύνω — βαρύ̱νω , βαρύνω weigh down aor subj act 1st sg βαρύ̱νω , βαρύνω weigh down pres subj act 1st sg βαρύ̱νω , βαρύνω weigh down pres ind act 1st sg βαρύ̱νω , βαρύνω weigh down aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαρύνω — (AM βαρύνω) [βαρύς] τονίζω με βαρεία νεοελλ. φρ. «με βαρύνει κάτι» ή «βαρύνομαι με κάτι» έχω κάτι εις βάρος μου (κατηγορία, αδίκημα, παρατυπία κ.λπ.) μσν. Ι. 1. επιρρίπτω ευθύνη σε κάποιον, κατηγορώ 2. χτυπάω 3. έχω βάρος, είμαι βαρύς II.( ομαι)… …   Dictionary of Greek

  • βαρύνω — βλ. βαραίνω …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βεβάρυνται — βαρύνω weigh down perf ind mp 3rd sg βαρύνω weigh down perf ind mp 3rd pl (epic ionic) βαρύνω weigh down perf ind mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαρυνεῖ — βαρύνω weigh down fut ind mid 2nd sg (attic epic doric ionic) βαρύνω weigh down fut ind act 3rd sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαρυνθέντα — βαρύνω weigh down aor part pass neut nom/voc/acc pl βαρύνω weigh down aor part pass masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαρυνουσῶν — βαρύνω weigh down fut part act fem gen pl (attic epic doric) βαρῡνουσῶν , βαρύνω weigh down pres part act fem gen pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαρυνοίμην — βαρύνω weigh down fut opt mid 1st sg (attic epic doric) βαρῡνοίμην , βαρύνω weigh down pres opt mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαρυνούσαις — βαρύνω weigh down fut part act fem dat pl (attic epic doric) βαρῡνούσαις , βαρύνω weigh down pres part act fem dat pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”